τον παλιό καλό καιρό

κοιτάζω μέσα από την κολοτρυπίδα του χρόνου.

βλέπω έναν γέροντα δουλευταρά, νοικοκύρη, προκομμένο.
σηκώνεται πρωί πρωί τις καθημερινές, ντύνεται τα ρούχα της δουλειάς και φεύγει -πρώτα ο Θεός- για τις αγροτικές δουλειές: να κλαδέψει τις ελιές, να περιποιηθεί το αμπέλι, να ποτίσει τις αγγουριές και τις κολοκυθιές, να ρίξει απίρι στις ντοματιές…
κι ύστερα φορτώνει το γαϊδουράκι, κάθεται κι αυτός απάνω και γυρίζει στο σπίτι.
και τις κυριακές;
αξημέρωτα και πάλι σηκώνεται και ξυρίζεται πλένεται σαπουνίζεται χτενίζεται και βάζει και τη μυρτώ που του φερε ο γαμπρός του απ τη χώρα.
και βγαίνει στη δημοσιά καμαρωτός και πάει πρώτος πρώτος στο στασίδι μπροστά μπροστά και σιγοντάρει και τον ψάλτη, μιας και από φωνή δεν πάει πίσω.
κι ύστερα στο σπίτι του πάλι, η νοικοκυρά του έχει μαγειρεμένα και γι αυτόν και για τα παιδιά, που έρχονται τις κυριακές να δουν τους γέροντες.
άλλες δουλειές δεν έχει τις κυριακές.
ύστερα πάλι δευτέρα, ξανά πρωί πρωί σηκώνεται αυτός ο ευλαβής άνθρωπος και πάει πάλι να φέρει στο σπίτι του όλα τα προϊόντα που έδωσε ο Θεός στη γη και μας ευλόγησε για να την καλλιεργούμε και να τρώμε και να τον δοξολογούμε.
πάει και στα ξυλα για την παραστιά, φορτώνει το γαϊδουράκι του, που έχει αρχίσει πια να γερνάει, κάθεται κι αυτός απάνω, και πίσω πάλι πέρνει το δρόμο του γυρισμού.
έχει αρχίσει να νυχτώνει.
με τα χρόνια ο παππούς παρατηρεί το γαϊδουράκι που τόσο πιστά τον υπηρέτησε, ότι έχει αρχίσει να κολώνει λιγάκι στη δουλειά.
τα πόδια του τρικλίζουν λιγάκι με το βάρος, σε λίγο καιρό θα είναι τελείως άχρηστο για οποιαδήποτε δουλειά.
τότε θα πρέπει να αγοράσει άλλο…
έτσι ο παππούς αρχίζει σιγά σιγά να κάνει οικονομίες, για τον καινούριο γάιδαρο.
κι έρχεται μια μέρα που ο γαϊδαράκος δεν είναι σε θέση να βγει από το παχνί.
δεν το χει, που λέμε.
ο παππούς στέκεται λιγάκι σκεφτικός στην ξύλινη πόρτα.
ήρθε λοιπόν η ώρα.
μετά παίρνει με βαρειά καρδιά την απόφαση, αφού αλλιώς δε γίνεται.
παίρνει σιγά σιγά το άχρηστο πια ζώο ξεσαμάρωτο και ανηφορίζει προς το πάνω χωριό, κατά το λοφάκι.
εκεί πάνε πάντα στο χωριό τους γέρους άχρηστους γαϊδάρους που δε μπορούνε πλέον να δουλέψουν.
κανένας δεν ξέρει ποιανού ήταν η ιδέα, όλοι όμως ξέρουν ως αυτονόητο ότι όταν ένας γάιδαρος γεράσει, εκεί θα καταλήξει:
εκει στο λόφο, στην άκρη του γκρεμού, τον αφήνουν για λίγο να κοιτάξει απέναντι τα βουνά με τις χιονισμένες κορυφές κι ύστερα με μια δυνατή σπρωξιά τον ρίχνουν να τσακιστεί στα κοφτερά βράχια.
αυτή είναι η παράδοση και κανείς δεν είναι σε θέση να την κρίνει.
άλλωστε οι γαϊδάροι δεν έχουνε ψυχή, τους παίρνει ο Θεός μονάχα και τους ξαναστέλνει πίσω να δουλέψουν.
γιατί να τυραγνιέται λοιπόν ο γέρο-γαϊδαράκος, να τρώει και το φαΐ χωρίς να δουλεύει;
καλύτερα να τον πάρει κοντά του ο Θεός και να τον δώσει πίσω σε κάποιον συχωριανό φρέσκο φρέσκο ορεξάτο και δουλευταρά.
έτσι σκέφτηκε ο γέροντας κι ύστερα έδωσε τη σπρωξιά τη δυνατή την τελευταία.
ο γαϊδαράκος τρομαγμένος τίναξε τα πίσω του πόδια δυνατά μα ήταν πια αργά.
το σώμα του είχε πάρει με φόρα τη μεγάλη κατηφόρα και τα κοφτερά βράχια είχαν αρχίσει να του σχίζουν τις σάρκες.
έβγαλε μια κραυγή δυνατή, τόσο αποκρουστική που ο γέρος κοντοστάθηκε και κάτι πήγε να σκιρτήσει μέσα του, μήπως ήταν λίγο γαϊδουριά εκ μέρους του να γκρεμοτσακίζει έναν εργάτη τόσο υπάκουο και πιστό, που του κουβαλούσε για τόσα πολλά χρόνια τα πάντα στο σπίτι.
με αυτές τις σκέψεις γύρισε στο σπίτι.
μα την κυριακή στην εκκλησιά σταυροκοπήθηκε λίγο παραπάνω και ξέχασε αυτές τις παράξενες σκέψεις.

η παράδοση είναι μια λέξη καριόλα.
η παραπάνω ιστορία είναι fiction, αλλά το έθιμο του γκρεμοτσακίσματος του γαϊδάρου μετά την ηλικία απόσυρσης ήταν πολύ διαδεδομένο σε πολλά χωριά της κρήτης πριν από μερικές δεκαετίες.
ακούγεται ότι μερικοί το ασκούν ακόμη αυτό το θεάρεστο έργο.
θεάρεστο στην κυριολεξία, αφού οι αγίες γραφές τους το ξεκαθαρίζουν το θέμα ότι τα ζώα είναι για να τα σφάζουμε να τα τρώμε.

έτσι λοιπόν, πρέπει να βλέπουμε την παράδοση με κριτική ματιά.
καιρός να εγκαταλειφθεί η λύρα που μόνο από συνήθειο (και μάλιστα υποχρεωτικό συνήθειο, στο κρατικό ραδιόφωνο του ’60) κατέλαβε τη θέση του βιολιού στην κρητική μουσική.
τις λύρες να τις δώσουν ξύλα για το τζάκι και τους λυράρηδες να τους πάνε όλους στο υψωματάκι, εκεί πίσω από το πάνω χωριό.
με μια σπρωξιά να γλιτώσουμε όλοι από τη φασαρία τους, απ το κακό συνήθειο και απ την υποχρέωση να τους ταΐζουμε.

τότε θα μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε για μια νέα εποχή και τότε ξανασυζητάμε για το ενδεχόμενο δημιουργίας στην κρήτη εστιών πολιτικής κουβέντας για την ελευθερία την αυτονομία την αναρχία και την αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία.

Advertisements

02/02/2011. επίκαιρα-τραγελαφικά.

Σχολιάστε

Be the first to comment!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Trackback URI

Αρέσει σε %d bloggers: